THE ONLY GREEK NEWSPAPER PUBLISHED IN SOUTH AUSTRALIA ENGLISH ΕΛΛΗΝΙΚΑ  
   

Αρχική Σελίδα

Διεθνή

Ελλάδα

Κύπρος

Αυστραλία

Παροικιακά

Αθλητικά

Άρθρα - Απόψεις

Πολιτισμός

Ιστορία

Υγεία

Επιστίμη

Αρχείο

Ανακοινώσεις

Ποιοί Είμαστε

Επικοινωνία

Σύνδεσμοι

Φωτογραφίες

Βίντεο

 

 


Renmark Paringa Council


Ραδιοφωνικο ιδρυμα Κυπρου


Ελληνικη Ραδιοφωνια τηλεοραση

 

 

Μια επανασυνάντηση με τον Χάρι

 

ΔΙΗΓΗΜΑ

Toυ Χρήστου Φίφη

Drymon9@gmail.com

ΜΕΛΒΟΥΡΝΗ

 

Αύγουστος 2019

Ο Χάρι είναι παλιός μου φίλος από ένα χωριό του Σιέπαρτον, 300 χιλιόμετρα βορειοανατολικά από τη Μελβούρνη. Μερικοί έλληνες που έρχονταν να εργαστούν στη συγκομοιδή των φρούτων το λέγανε Σέπαρτον. Το χωριό ήταν αγροτικό,. Οι γονείς μου είχαν μια φάρμα -αγελάδες, αχλαδιές, ροδακινιές. Η κατατγωγή τους ήταν από τη Χίο αλλά ο πατέρας μου είχε γεννηθεί στην ίδια φάρμα, στη δεκαετία του 1930. Οι γονείς του Χάρι ήταν μετανάστες από τη Ναύπακτο που είχαν έρθει στην Αυστραλία μετά το 1960. Εκεί γύρω στο 1970 αγόρασαν στο χωριό το μαγαζί "OLYMPIC"Φισι εντ τσιπς. Αγόρασαν μόνο το μαγαζί, όχι το κτίριο για το οποίο πλήρωναν ενοίκιο και στο οποίο έμεναν στον πάνω όροφο. ΄Ηταν ένα μεγάλο κτίριο με μεγάλο μπάκγιαρντ όπυυ είχαν και διάφορα μπάγκαλος να αποθηκεύουν τα πράγματα του μαγαζιού.

Ο Χάρι και τ’ αδέλφια του έρχονταν στο Δημοτικό του χωριού. ΄Ηταν καινούργιοι στην περιοχή και οι μόνοι ΄Ελληνες. Αγόρασαν το μαγαζί από μια άλλη ελληνική οικογένεια που έφυγε για τη Μελβούρνη. Η δική μου οικογένεια δεν θεωρούνταν ΄Ελληνες λόγω του ότι μέναμε εδώ περισσότερο από δυο γενιές και εξάλλου ούτε μιλούσαμε και πέρα από κάτι σπασμένες λέξεις εδώ και εκεί, ούτε γνωρίζαμε Ελληνικά. Λόγω του ότι τ’ αδέλφια Ντάληδες ήταν καινούργιοι και ξένοι στο χωριό, κάποια παιδιά τους πειράζανε, τους λέγανε φισιτσίπηδες. Τον πείραζαν και τον Χάρι αν και ήταν σχετικά μεγαλόσωμος. Μια μέρα που ένα μεγάλο παιδί αποκαλούσε φισιτσίπη το μικρό του αδελφό ο Χάρι επενέβη και τού έδωσε του μάγκα μερικές ξεγυρισμένες. Το αποτέλεσμα ήταν να τον καλέσουν στο γραφείο αλλά και να κερδίσει και το σεβασμό των άλλων. Τώρα οι άλλοι σταμάτησαν να τους αποκαλούν με υποτιμητικά ονόματα, τους έβλεπαν κανονικά παιδιά της σχολικής κοινότητας.

Με τον Χάρι πήγαμε μαζί και στο γυμνάσιο στο Σιέπαρτον αλλά και οι δυο το αφήσαμε όταν κλείσαμε τα δεκαπέντε. ΄Ημασταν καλοί στις παρέες αλλά όχι στα μαθήματα. Μου έκαναν, όμως, εντύπωση οι τρόποι των Ντάληδων, παράξενοι άνθρωποι! Κάθε τόσο, κάθε Σαββατόβραδο ή και μεσοβδόμαδο το είχαν μπαρμπεκιού και γλέντι. Πάντα ο Τζόνι Ντάλης, ο πατέρας του Χάρι, είχε επισκέπτες, έλειπε σε κυνήγι, είχε πλάκες στο γραμμόφωνο μέχρι αργά τη νύχτα. Οι γείτονες διαμαρτύρονταν, ένας είχε καλέσει την αστυνομία, η αστυνομία έκανε στον Τζόνι αυστηρή προειδοποίηση. Ο διαμαρτυρόμενος μετά μερικές μέρες βρήκε ένα πρωί το γραμματοκιβώτιό του σπασμένο από κάποιο νυχτερινό περαστικό. Μύλος η υπόθεση, δεν ήξερε κανένας τι ακριβώς γινόταν. Παράξενοι αυτοί οι ΄Ελληνες, δεν ξέρω αν όλοι ήταν έτσι!

Κανονικά τα επεισόδια αυτά θα έκαναν τους φαρμαδόρους του χωριού να αποφεύγουν το μαγαζί του Τζόνι – στις μικρές κοινωνίες τα δυσάρεστα νέα και τα κουτσομπουλιά διαδίδονται πολύ γρήγορα. ΄Ελα, όμως, που το μαγαζί φις εντ τσιπς του Ντάλι ήταν το μόνο στο χωριό και επιπλέον έκανε καλή δουλειά, πρόσεχε το προϊόν που πωλούσε στους πελάτες. ΄Ηταν μια μικρή οικογενιακή επιχείρηση, εκεί δούλευαν και σερβίριζαν τους πελάτες η μάνα του Χάρι, ο ίδιος ο Χάρι και τα μεγαλύτερα αδέλφια του και δυο γυναίκες του χωριού που συμπλήρωναν μερικές ώρες, όταν ο Τζόνι έλειπε στις αγορές, στο παπ ή σε κανένα από τα κυνήγια του.

Θυμάμαι μια περίοδο που όλα τα αδέλφια Ντάλι ήταν σιωπηλά και λυπημένα αλλά δεν έλεγαν τίποτα στα άλλα παιδιά. Μια άλλη φορά θυμάμαι ο μιστερ Ντάλι είχε το αριστερό χέρι του δεμένο για κάποιο διάστημα, επισκεπτόταν τακτικά το Νοσοκομείο του Σιέπαρτον και έκτοτε εξακολουθούσε να έχει δυσκολίες με το χέρι. Δεν έλεγε τίποτα, ούτε κανένας ήξερε τι ακριβώς συνέβηκε. Σύντομα μετά πούλησαν το "OLYMPIC" και έφυγαν από το χωριό, χάσαμε έτσι την επαφή μας.

Τον ξαναείδα τον Χάρι στη Μελβούρνη μετά από χρόνια. ΄Εκανα οικοδομκές επιχειρήσεις, έχτιζα κάπου ένα μαγαζί και σταμάτησα σε ένα εστιατόριο να τσιμπήσω κάτι. ΄Οταν μπήκα είδα στο ταμείο μια γνωστή φάτσα, ήταν ο Χάρι. Με είδε και αυτός και ήρθε στο τραπέζι μου.

--Εσύ είσαι Τζορτζ; μου λέει. Πώς πέρασαν τα χρόνια. ΄Εχεις βάλει μερικά κιλά, τότε ήσουν πετσί και κόκκαλο.

--Το ίδιο και συ Χάρι, μολονότι πάντα ήσουν ψωμωμένος! Πώς πάνε τα πράγματα; Καινούργιες επιχειρήσεις βλέπω!

--΄Εχω ανοίξει ένα εστιατόριο με τη γυναίκα μου. Λείπει αυτή την ώρα. Εσύ με τι ασχολείσαι;

--Οικοδομές. Τρέχω συνέχεια. Μόλις αυτή τη στιγμή σταμάτησα. Πέθαναν οι γέροι μου. Τη φάρμα την πωλήσαμε.

--Και οι δικοί μου γέροι πέθαναν. Τ’ αδέρφια μου ασχολούνται οι περισσότεροι με μαγαζιά. Η οικονομία αντιμετωπίζει δυσκολίες τελευταία. Υπάρχει κάποια κάμψη που επηρεάζει τα μικρά μαγαζιά.

--Στον οικοδομικό τομέα τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα. Να που συναντηθήκαμε, λοιπόν! Θυμάσαι την Μίσις Μόρελαντ; Λίγο αυστηρή δεν ήταν; Είχε, όμως, χιούμορ.. Τι έχει ο Χάρι και δεν φαίνεται χαρούμενος;

--Τη θυμάμαι!

--Ποτέ δεν μας είπες όμως, τι ‘ηταν αυτό που σας έκανε όλους λυπημένους τότε.

--΄Ηταν παιδικές ευαισθησίες. Μερικές φορές οι μεγάλοι δεν τις νιώθουν. Να σου πω την ιστορία τώρα που την ξεπέρασα. Ο γέρος μου είχε εμμονές με το γλέντι και το κυνήγι. Κάθε τόσο έρχονταν οι φίλοι του από τη Μελβούρνη να πάνε για αγριογούρουνα, να κυνηγήσουν πάπιες ή αγριοκάτσικα. ΄Η έρχονταν απλώς να γλεντήσουν. ΄Εβαζαν μπροστά το μπαρπεκιού και το ρίχναν στη μπίρα, το τραγούδι και το χορό.

Οταν μια μέρα γύρισαν από ένα κυνήγι ο γέρος μου έφερε ένα μικρό κατσικάκι. ΄Ηταν όμορφο. Το βάλαμε πίσω από τον μπάγκαλο, του δίναμε γάλα, όταν μεγάλωσε λίγο το δέναμε με ένα σκηνί να μη φύγει. Του μαζεύαμε χόρτα και χλωρά κλαδιά από τον κήπο ή από το δάσος. Το κατσικάκι μεγάλωνε, έγινε ένα τραγάκι με μεγάλα κέρατα και έπαιζε μαζί μας. Μπατς! Σημωνόταν πάνω ψηλά, στα δυο πισινά του πόδια. Κάθε μέρα, όταν το απόγευμα γυρίζαμε από το σχολείο κάναμε δυο τρία χτυπηματάκια στα ξύλα του μπάγκαλου. ΄Ηταν το σύνθημά μας. Ο Γκιόσος, - έτσι τον λέγαμε-, μας χαιρετούσε με μερικές μικρές κουντριές από την άλλη πλευρά του τοίχου, χωρίς να τον βλέπουμε ή να μας βλέπει, ή με μερικά φιλικά βελάσματα, σαν όταν ήθελε να του δώσουμε κάτι να φάει. Τον αγαπούσαμε πολύ και ο Γκιόσος μάς αγαπούσε και αυτός.

Μια μέρα, όταν γυρίσαμε από το σχολείο είχαν έρθει κάποιοι φίλοι του πατέρα μου από τη Μελβούρνη – οι φίλοι του οι κυνηγοί. Χτυπήσαμε τον τοίχο του Γκιόσου αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση. Η μάνα μου μας έβαλε να φάμε γιατί οι μεγάλοι είχαν φάει, έπιναν μπίρες και είχαν μια ζωηρή συζήτηση διάσπαρτη με αστεία και ζωηρά γέλια.

‘Πού είναι μάνα ο Γκιόσος; Δεν τον ακούσαμε να απαντά στα χτυπήματά μας.’

‘Κάθησε Χαράλαμπε να φάτε. Θα σας πω αργότερα.’

Μας είπε. Ο πατέρας και οι φίλοι του τον έσφαξαν τον Γκιόσο μας και τον έκαναν μπαρπεκιού.

Μια λύπη κατέλαβε όλα τα παιδιά. Για μέρες αρνούμασταν να φάμε κάτι. Δεν πήγαινε κάτω. Δεν μπορούσαμε να πούμε τίποτα στους άλλους, Δεν ξέραμε πώς θα το πάρουν, δεν θα μας καταλάβαιναν. Οι μεγάλοι μερικές φορές είναι βάρβαροι.

--Τρομερό, όταν το σκέφτεται κανένας. Πες μου Χάρι, θυμάμαι ο πατέρας σου άρχισε να έχει προβλήματα με το χέρι του. Τι συνέβηκε;

--Είχε ένα ατύχημα όταν πήγε σε ένα κυνήγι. Το όπλο του εκπυρσοκρότησε κατά λάθος. Δεν πήραν κανέναν τα σκάγια αλλά το αυτοκίνητο ανατράπηκε και ο γέρος μου τραυματίστηκε στο χέρι σοβαρά. Το πρόβλημα το είχε μέχρι που πέθανε.

Ο Χάρι έδειχνε μια μελαγχολική συγκίνηση όταν ήρθε ο λόγος στους γονείς του.

--Να πιούμε μια μπίρα στη μνήμη των γέρων μας, Τζόρτζ.

--΄Ηταν αξιομνημόνευτοι, Χάρι. ΄Οσο τους θυμούμαστε ζουν και αυτοί μαζί μας.

 

(Ο Δρ Χρήστος Ν. Φίφης είναι επίτιμος ερευνητής στη Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών και Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου La Trobe)

 

http://www.greektribune.com.au/greek.htm

Παροικιακό Βήμα

 

 

 

The Cyprus
 News Agency



Lapithos

 
Designed & Developed by Michael Ppiros
  COPYRIGHT © 2010 Greek Community Tribune All Rights Reserved